συνέπεια

συνέπεια
η
1) следствие, последствие;

σοβαρές συνέπειες — серьёзные последствия;

κατά συνέπεια — следовательно;

2) последовательность;

εφαρμόζω με συνέπεια τίς αποφάσεις — последовательно проводить в жизнь решения;

δείχνω συνέπεια — проявлять последовательность


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "συνέπεια" в других словарях:

  • συνεπεία — συνεπείᾱ , συνέπεια connexion of words fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνεπείᾳ — συνεπείᾱͅ , συνέπεια connexion of words fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνέπεια — connexion of words fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνέπεια — η, ΝΜΑ νεοελλ. 1. επακολούθημα, αποτέλεσμα, απόρροια, επίπτωση (α. «η έντονη κούραση είναι συνέπεια τής αρρώστιας του» β. «ευτυχώς που η συμπεριφορά του δεν είχε συνέπειες στη βαθμολογία του») 2. λογική ακολουθία 3. το να είναι κανείς πιστός στον …   Dictionary of Greek

  • συνέπεια — η 1. αποτέλεσμα: Τον προειδοποίησα για τις συνέπειες που θα έχει η απόφασή του. – Η καταστροφή του ήταν φυσική συνέπεια του τρόπου ζωής του. 2. συμφωνία με κάτι: Δεν υπάρχει συνέπεια ανάμεσα στους λόγους και στις πράξεις του. 3. το να είναι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συνεπείας — συνεπείᾱς , συνέπεια connexion of words fem acc pl συνεπείᾱς , συνέπεια connexion of words fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπληρωματικότητας, αρχή της- — Συνέπεια της αρχής της απροσδιοριστίας της κβαντικής μηχανικής. Η διατύπωση της οφείλεται στον Νιλς Μπορ, ενώ η γενίκευση και η επέκτασή της σε άλλες απόψεις στον ίδιο τον Μπορ και στη Σχολή της Κοπεγχάγης. Η αρχή της απροσδιοριστίας καθορίζει… …   Dictionary of Greek

  • συνέπειαν — συνέπεια connexion of words fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • πλοίο — Με τον όρο αυτό υποδηλώνεται γενικά κάθε αυτοκινούμενο πλωτό μέσο, που έχει διαστάσεις μεγαλύτερες από της λέμβου και προορίζεται για εμπορικούς (κυρίως μεταφορά εμπορευμάτων και επιβατών), πολεμικούς (επιφανειακές και υποβρύχιες πολεμικές… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»